Friday, April 3, 2009

Λίμνη, Λάβα, Λίβας, Λάσπη


Κάτι γύρω μου με κυκλώνει. Δε με τετραγωνίζει, με κυκλώνει. Άλλωστε, δεν έχω λογική. Το νιώθω να με αγκαλιάζει πιο σφιχτά από οποιαδήποτε άλλη αγκαλιά έχει προηγηθεί στο παρελθόν. Τούτη είναι διαφορετική. Αποπνικτική, διόλου ανακουφιστική, ζοφερή. Τόσο σκοτεινή. Πως με τρομάζει, θεωρώ. Μα δεν το λέω. Προσποιούμαι τον ατάραχο, γρανιτένιο σε χρώμα, βράχο. Μα δεν είμαι τόσο ψηλά ώστε να μην με αγγίζει ούτε το παραπαίδι των κυμάτων. Δε μπορώ να κουνηθώ. Βράχος να είμαι, επέλεξα. Και τα βράχια παραμένουν ακούνητα. Μια ζωή.
Πόσες ζωές να έχω ζήσει άραγε, δίχως να το θυμάμαι. Ήμουνα σε όλες βράχος ή υπήρξα κόκκος άμμου σε πυθμένα ανέβαθης θάλασσας; Ίσως ήμουνα και κοχύλι. Μακάρι να ήμουνα από εκείνα που τραγουδάνε. Παράφωνο κοχύλι, αν υπήρξε ποτέ, εγώ θα ήμουνα αυτό. Παραφωνία στην άβυσσο του ωκεανού. Δε με ακουμπάγανε τα πτερύγια των ψαριών ή τα φύκια για μαλλιά των γοργόνων. Ποιος θέλει για συντροφιά ένα παράφωνο κοχύλι;
Θάλασσα δε θα μπορούσα να είμαι ποτέ μου. Είναι απέραντη. Πότε ταραγμένη, πότε γαλήνια. Σκοτεινή και υπογάλαζη. Κρύβει τόσα μέσα της που δε θα φανούν ποτέ στην επιφάνεια. Ποσειδώνας και ξένιος Δίας ταυτοχρόνως μα και ζωή για Σκύλες και Χάρυβδες. Ίσως, να μπορούσα να είμαι και θάλασσα. Βαθιά. Μα η θάλασσα είναι ζωντανή και μάνα. Κυλάει αργά κα γρήγορα ανάλογα με τα κέφι της προηγούμενης νύχτας. Μα να πονάει όταν την σκίζουν τα καράβια, άραγε; Μπορεί για αυτό να λυσσομανάει μερικές φορές. Μα ύστερα ησυχάζει. Και τα ξεχνάει όλα. Ποιος θα μπορούσε να στέκει δίπλα σε μια αναποφάσιστη θάλασσα;
Κάτι με καίει μέσα μου. Είναι φωτιά. Από εκείνες που δεν σβήνουν ποτέ. Τυλίγομαι στις φλόγες και δεν υπάρχει νερό για να λυτρωθώ. Μα το νερό δεν την αγγίζει. Τη φοβάται, αλήθεια. Απομακρύνεται χωρίς να μιλήσει, να τραγουδήσει, να ψιθυρίσει. Απλά, αποχωρεί. Απουσιάζει. Μοιάζει επικίνδυνη. Μα είναι αυτό που την κάνει τόσο προσιτή. Δεν είναι. Θα ‘θελε. Μα δεν είναι. Όταν είσαι φωτιά, εύχεσαι να ήσουν πουλί. Φοίνικας. Κι ας γεννιέσαι πάλι, άσχημος, πάνω σε στάχτες. Μα δε πεθαίνεις ποτέ. Είναι μαρτύριο και αυτό. Πιο ατέρμονο απ’ τα άλλα. Ποιος πλησιάζει τον περικυκλωμένο από ενδοφλόγες;
Από εδώ και από εκεί. Πλανιέμαι. Σαν τις σκέψεις μου. Δε μένω σε ένα μέρος. Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω, αλλά δεν κατάφερνα να πάω πολύ μακριά. Στένευαν τα περιθώρια με κλειστά σύνορα. Μα είμαι αέρας και δε με σταματάει τίποτα. Δεν μπορεί να με πιάσει κανείς, αν αποφασίσω να φύγω. Δεν τους αφήνω χνάρια για να με ακολουθήσουν, οι πολεμοχαρείς κυνηγοί μου, μόνο του περιπαίζω τραγουδώντας σαν τον πατέρα όλων σαν εμάς, τον Αίολο. Τρελαίνονται στον ήχο του σφυρίγματος μου. Σαλεύουν με απόχες για να με κλειδώσουν σε χωρίς οξυγόνο κελί. Μα είμαι εγώ γεμάτη τρύπες, δύσκολη να ακουμπήσεις, και χάνω ήδη την πνοή. Αλλά είμαι αέρας. Φυσάω στον εαυτό μου και ξαναγεννιέμαι πάλι. Μέχρι να πέσω. Είναι κουραστικό – τόσο- να σηκώνεσαι κάθε φορά μόνος σου. Αλλά ποιος να πιάσει το άυλο χέρι μου, όταν ξέρεις πως θα του γλιστρήσω;
Χτίζω κάστρο. Φρούριο ψηλό. Απομακρυσμένο. Αγεφύρωτο. Του βάζω τάφρο απ’ έξω με κροκόδειλους. Για να μη το πλησιάσει κανείς. Όποιος επιχειρεί, προδίδεται από τις βλέψεις του. Έχω ακοντιστές και τοξότες στις γωνίες και στο κέντρο. Και σαν αποφασίσω πως θέλω να με πλησιάσουν, δεν έρχονται. Κανείς τους. Δεν πατάς την διεκδικημένη γη. Είναι ανώφελοι οι πόλεμοι στις εποχές μας. Κι αν ζω σε άλλη εποχή – μπροστά ή πίσω , από αυτή- πώς να τους δώσω να το καταλάβουν; Είμαι γη, γόνιμη και άγονη που ζει στα πόδια της τα φονικά. Κυλάνε κόκκινα ποτάμια δακρύων. Ποιανού είναι τα δάκρυα, δεν ξέρω. Ίσως να ξέρω και να μη θέλω να παραδεχτώ. Μη το ρωτάς αυτό. Δε θέλω να απαντήσω. Είμαι κάστρο, όχι χωράφι. Ποιος να πατήσει μια γη γεμάτη παράπλευρους κινδύνους εξωτερικά και εσωτερικά;
Από αυτά αποτελούμαι τελικά; Κι αν διασπαστώ, θα ξανά ενωθώ και πάλι χωρίς να χάσω την αρχική μου υπόσταση; Θα είναι τα δάκρυα μου πότε υγρά, πότε πύρινα, μα και αέρινα και χωματένια. Συνήθισα τον παλιό μου εαυτό, μα μοιάζω να τον χάνω. Και με τρομάζω μόνο εγώ, κυκλώνοντάς με με φωτιά, σβήνοντας με με νερό, φυσώντας μου άερα, πετάγοντας μου λάσπη δροσερή. Μα συνεχίζω να ανασαίνω. Κάτι λείπει. Το πέμπτο στοιχείο που τα ενώνει, απουσιάζει συνεχώς. Μένει στην ίδια τάξη κάθε χρονιά από τις απουσίες. Κυλάει στις φλέβες τις δικές μου ή πρέπει να σκοτώσω για να ρουφήξω ξένο αίμα και να το βρω; Μα είμαι νερό, φωτιά, αέρας, γη. Όχι φονιάς. Όχι φονιάς.

1 comment:

  1. μικρή μου αυτό ήταν πανέμορφο

    ReplyDelete